ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ("ΕΙΣ ΚΟΠΑΝΟΥΣ")
ΤΟ BLOG ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ («ΕΙΣ ΚΟΠΆΝΟΥΣ») ΠΟΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

«Τήν ἀγχόνην αἱρετισάμενος, δίς ἐκομίσω τόν τῆς νίκης ἀμάραντον στέφανον….»



Ἄν ὁ φανατισμένος ἐκεῖνος Τουρκογιαννιώτης Χότζας τοῦ Τεκέ τοῦ Μουχτάρ, τύχαινε να’ χει τό στοχασμό καί τή μάθηση ἑνός Ἰουλιανοῦ, ἀντίς τά μάτια του νά λάμψουν ἀπό ἄγρια καί φονική χαρά γιά τόν ἀπαγχονισμό τοῦ Ἁγίου, θά προτιμοῦσε –καθώς ἐκεῖνος ξεψυχοῦσε- νά ψιθυρίσει ταπεινωμένος καί γιομάτος διαλογισμούς: Νενίκηκας μέ, Γεώργιε!…..

Γιατί, ὁ λιτός κι ἀπέριττος ἐκεῖνος ἀγρότης, ἀδιάσειστα στερεωμένος ἐπάνω στήν προγονική του πίστη, μέ τό κοντάρι τῆς Χριστιανικά ἡρωικῆς ψυχῆς του κατέφερε μέ τόν ἐπίγειό του θάνατο, θανάσιμο – ὅπως κι ὁ συνονόματός του τροπαιοῦχος- πλῆγμα στά πλευρά τοῦ χαμαιλέοντα δράκοντα καί σκολιοῦ ἐχθροῦ τῶν χριστιανῶν.

Ἴσως πολλοί δέν ἦταν οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι τῶν Γιαννίνων πού στάθηκαν μάρτυρες καί θεατές τοῦ ἀπαγχονισμοῦ τοῦ Ἁγίου: Ἀπό τή μιά, ὁ ἐξημμένος μουσουλμανικός φανατισμός, ὁ ἀπελπισμένος ἐρεθισμός κι οἱ ἀπεγνωσμένες κινήσεις τῶν Χριστιανῶν, ἀπό τήν ἄλλη εἶναι πιθανότατο ὅτι εἶχαν ἀναγκάσει τίς Τουρκικές ἀρχές νά πάρουν τή μέρα ἐκείνη ἔκτακτα, προληπτικά κάθε ἐξέγερσης μέτρα. Ἡ ὥρα μ’ ὅλα ταῦτα τῆς ἐκτέλεσης μᾶς κάνει νά συμπεράνουμε ὅτι οἱ Τοῦρκοι –μέ τήν ἔκδηλη πρόθεση νά ἐπιδείξουν τή δύναμή τους καί νά ταπεινώσουν καί πτοήσουν πιό πολύ τούς ραγιάδες- ἀκόμη καί γιά παραδειγματισμό- εἶχαν ταυτόχρονα ἐπιθυμήσει ὁ ἀπαγχονισμός τοῦ Ἁγίου νά γίνει μέ ὅσο μποροῦσε πιό πολλή διασημότητα.


Γιά τούς ἴδιους δέ ἀκριβῶς λόγους, εἶχαν διαλέξει ὡς τόπο ἐκτελέσεως τό πολυσύχναστο ἐκεῖνο πλατύ σταυροδρόμι, τό γεμάτο Χριστιανική κίνηση.

Λίγοι παρ’ ὅλα αὐτά –ἐκτός φυσικά ἀπ’ ὅσους κατάσταση γειτονίας καθήλωνε στήν περιοχή- θά ἦταν οἱ Χριστιανοί ἐκεῖνοι πού δέ θά προσπάθησαν νά ἀποφύγουν τό θέαμα μιᾶς παρόμοιας ἐκτέλεσης: θύμα της ἦταν ἕνας ὁμόθρησκος, πού κι ἀπ’ ὅταν ἀκόμα ζοῦσε, εἶχε ἀρχίσει νά παίρνει μέσα στήν ψυχή τους τό χαρακτηριστικό φωτοστέφανο ἑνός Ἁγίου καί μάρτυρα.

Ὅμως, ἡ τελευταία ἐπίκλησή του –φωνή, ὄχι ὀργῆς, οὔτε μίσους, οὔτε καν μνησικακίας ἤ παράπονου, φωνή μέ τήν ὁποία, τήν ὕστατη ἐκείνη στιγμή τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, καλοῦσε τούς ὁμοθρήσκους του νά τόν συγχωρέσουν, καί παράκληση ταυτόχρονα πρός τόν Παγκόσμιο Πατέρα, τό Θεό τῶν Χριστιανῶν, ὅλους νά τούς συγχωρέσει, γιά ὅλα τά ἁμαρτήματά τους- ἡ ὕστατη αὐτή φωνή ἑνός πράου, πού ἀκούστηκε, ἔστω κι ἀπό λίγους μονάχα Χριστιανούς, ἁπλώθηκε ἀπό τήν ἴδια ἐκείνη στιγμή μ’ ἀφάνταστη γοργότητα, κυρίαρχη καί βροντερή στά γύρω, στήν πόλη, στήν ὕπαιθρο, στήν Ἑλλάδα, στόν κόσμο.


Ἕνας ἀθῶος ξεψυχοῦσε στήν ἀγχόνη καί συγχωροῦσε ὅλο τόν κόσμο, ἕνας ἁγνός παρέδινε, μέ τό βρόγχο στό λαιμό, τήν ψυχή του, καί ζητοῦσε ἀπ’ ὅλους συγχώρεση. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, πού ὠχρός, ριγώντας, γυμνός μπροστά στήν ἀγχόνη, παρακαλοῦσε τόν δήμιό του νά τοῦ λύσει τά χέρια γιά νά κάνει ἀπάνω του, τήν ὕστατη αὐτή στιγμή, τό σεπτό σημάδι πού θύμιζε τή θυσία κάποιου ἄλλου Πρωταρχικοῦ Μάρτυρα, ἡ εἰκόνα αὐτή, ἄσβεστη καί αἰώνια κυριάρχησε ἀπό τότε στήν ψυχή τοῦ βασανισμένου ραγιά: ὁ Ἅγιος ἦταν σάν μιά δική τους ἔκφραση κι ὁ τυποποιημένος ἐαυτός τους.

Ποιό τάχα ἦταν καί τῶν ἴδιων τό ἁμάρτημα; Ὅτι ἦταν Χριστιανοί καί Ἕλληνες, ὅτι τολμοῦσαν ἀκόμα νά ζοῦν στόν τόπο τους, στόν δικό τους τόπο, πού ἦταν ὁ προαιώνιος κλῆρος τους, ἕνας τόπος γεμάτος αἵματα, ἱδρῶτες, ἱστορία, δόξες, τόν ὁποῖο εἶχε καθαγιάσει ἕνας «Ἑσμός μαρτύρων».

Μιά χούφτα ἔξαλλων τυραννίσκων, ἕνα μπουλούκι φανατισμένων, σκότωναν, ξεδιάντροπα κι ὠμότατα ἕνα Χριστιανό, μόνο καί μόνο ἐπειδή ἦταν Χριστιανός: ἀναμφισβήτητα, ἔκδηλα, ἀδίστακτα, τόσο πού κι ἡ ἴδια, δική τους διοικητική καί δικαστική ἀρχή, ἦταν ἕτοιμη νά τόν ἀπολύσει. Κι αὐτός ὁ Χριστιανός ἦταν λιτός κι ἀπέριττος, ἄκακος καί βαθιά ἠθικός, ἁγνός καί ἄδολος: -ἕνα νέο καί ταπεινό παλληκάρι, νιόπαντρο καί προχθεσινός πατέρας.

Καθώς τά ἀναλογιζόταν ὅλα αὐτά, μέσα στήν ἀπόγνωσή τους, ἡ ψυχή τους βούρκωνε, τό μάτι δάκρυζε, ἡ καρδιά πονοῦσε, κατόπι, ἡ ὀργή καί τό μίσος γέμιζε τά ἐσώτατά τους: -αἰσθανόταν τότε μέσα τους νά σφύζει τό αἷμα τοῦ ἐπαναστάτη Διονύσιου, πού τόν εἶχαν κι αὐτόν, οἱ ἴδιοι αὐτοί ἔξαλλοι τυραννίσκοι, ζωντανό γδάρει, σ’ αὐτή τήν ἴδια τήν πλατεῖα, σ’ αὐτό τό ἴδιο Χριστιανικό σταυροδρόμι.

Καί μιά μανία τότε τούς κυρίευε, νά ἐξορμήσουν, νά θύσουν, νά καταστρέψουν, σπάσουν τά δεσμά τους νά χύσουν κι αὐτοί τό αἷμα τους, γιά νά γίνουν, οἱ ἴδιοι ἤ οἱ ἀπόγονοί τους, ἐλεύθεροι νά φωνάζουν, νά διακηρύττουν σέ ὅλο τόν κόσμο, ἀνεμπόδιστα, ὅτι εἶναι Χριστιανοί καί Ἕλληνες κι εἶναι αὐτός ὁ τόπος, ὁ δικός τους, ἡ χιλιόχρονη πατρίδα τους…


Ὅμως ἐκεῖ πέρα, καθώς οἱ ριπές τοῦ παγεροῦ ἀγέρα κουνοῦσαν δώθε κείθε το σκήνωμα ἑνός ὁμοθρήσκου τους, κροταλοῦσαν γύρω στόν Ἅγιο, ψηλά στίς ἐπάλξεις τοῦ κάστρου, σ‘ὅλη τήν πόλη, οἱ ἀτσαλένιες πανοπλίες τοῦ τυρράνου, πού βλοσυρῶς καί καχυπόπτως κρατοῦσε μέρα νύχτα ἀνήσυχο καί ἄγρυπνο τό μάτι ἐπάνω στό βαριά θλιμμένο καί ἐξοργισμένο ραγιά, ἕτοιμος νά ἐξαπολύσει τόν ὄλεθρο.

Μά ἡ καινούρια Ἑλλάδα…μιά μικρή μερίδα τῶν ὁμοφύλων τους, εἶχαν, μέ ὁλοκληρωτικές θυσίες ἀποτινάξει –σάν προχθές- ἀπάνω τους τό βάρβαρο καταπιεστή. Μά οἱ πληγές τούς ἦταν ἀκόμη νωπές: εἶχαν αὐτοί μέ ποταμούς αἱμάτων κατακτήσει τήν ἐλευθερία τους, ὅμως τώρα, τήν κρατοῦσαν κι ἐκείνη μέ ξένες προστασίες. Τά ὄνειρά τους βέβαια δέν εἶχαν σβήσει, μά τώρα δέν μποροῦσαν, δέν εἶχαν ἀκόμα τή δύναμη… Ἔπειτα οἱ ἰσχυροί τῆς γῆς, δέν ἀγαποῦσαν τούς ραγιάδες τόσο, ὅσο ἤθελαν νά φαίνονται…


Ἔτσι ἔπρεπε νά’ ναι: δέν εἶχεν ἀκόμη ἔρθει καί γι’ αὐτούς τό «ποθούμενο», πού τούς εἶχε προείπει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, αἷμα κι αὐτός ἀπό τό αἷμα τους, τά σημάδια πού τούς εἶχε αὐτός βάλει, ἀκόμα δέν εἶχαν δείξει. Ἔστεκαν πάντα τους ὄρθιοι οἱ Σταυροί πού εἶχεν ἐκεῖνος στήσει, καί ζοῦν ἀκόμα θεριωμένα τά δέντρα, ὅπου αὐτός εἶχεν ἀκουμπήσει γιά νά τούς παρηγορήσει:

-Ὡς ὅτου δείξουν τά σημάδια, ἀδερφοί μου, σχολεῖα καί ἐκκλησίες!..

Κι ἀπό τό κάτωχρο τώρα κι ἀκίνητο πρόσωπο ἑνός καινούριου μεγάλου μάρτυρα, πού τόν ἔνιωθαν πιά κι αὐτόν –σάν καί τούς ἄλλους- ἐντελῶς δικό τους, καθώς εἶχεν ἁπλωθεῖ ἐπάνω του μιά θεία ἐγκαρτέρηση, ἐκφραζόταν, κι ἀπ’ αὐτοῦ ἀκόμα τή μορφή μιά βουβή ἐπίκληση:

-Κάποτε θά ‘ ρθεῖ καί γιά μᾶς, ἀδέλφια μου, ὁ καιρός πού περιμένουμε, μά ἴσα μέ τότε, μιά εἶναι ἡ δύναμή σας:- ὁ Σταυρός!… Αὐτός, πού μέ κράτησε κι ἐμένα στήν πίστη τῆς μάνας μου καί τῶν προγόνων μου, αὐτός πού μέ κραταίωσε στό μαρτύριο καί μ’ ἔκανε νά νικήσω τόν ἑαυτό μου καί τούς ἐχθρούς μου: -Ἡ πίστη μας!… Τό κοντάρι τοῦ τροπαιούχου, πού σκότωσε τόν δράκοντα!… Ἡ νίκη μου!… –Γονατίστε ἀδέλφια μου κοντά μου!…Κάντε τόν σταυρό σας!…Πιάστε ὅλοι μαζί τα χέρια, καί μέ μιά φωνή, μέ μιά βουβή φωνή, διακηρύξτε, ὅλοι μαζί, ἀδέρφια μου: -Εἴμαστε Χριστιανοί!… Χριστιανοί γεννηθήκαμε καί Χριστιανοί θά πεθάνουμε!… Ὁ Χριστός εἶναι ἡ καταφυγή μας, ἡ ἐλπίδα κι ἡ δύναμή μας!…-Ἡ νίκη μας!…

«Ἀθλητά Γεώργιε, εἰ καί ἐκ τῆς πόλεως Γρεβενῶν ἐβλάστησας, ἀλλά τῶν Ἰωαννίνων πλέον γίγνεσαι, ἐν αὐτῇ γάρ ἀθλήσας, ταύτην ἐπορφύρωσας, δι’ ὅ καί καυχωμένη βοᾷ: Σύ υἱός μου νεώτατος πέφυκας».


(Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Δημητρίου Σ. Σαλαμάγκα: «Ὁ Νεομάρτυρας Ἅγιος Γεώργιος Ἰωαννίνων», Ἀθήνα 1954)

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Για τον Άγιο Γεώργιο...



Πατώντας στους παρακάτω συνδέσμους, μπορείτε να διαβάσετε ξανά παλιότερες αναρτήσεις για τον Πολιούχο μας Νεομάρτυρα Άγιο Γεώργιο:

Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου Ανδρέας, «Ο Νεομάρτυρας Άγιος Γεώργιος Ιωαννίνων (1808 – 1838) Προσευχητική μαρτυρία»:

π. Εφραίμ Ντέτσικας, «Ο Νεομάρτυς Γεώργιος»:
http://eiskopanous.blogspot.gr/2015/01/blog-post_55.html

π. Χρυσόστομος Τραϊκάπης, για το Νέο μάρτυρα του Χριστού Γεώργιο (ηχητικό απόσπασμα):
https://www.youtube.com/watch?v=EDNNsQov8mc


Χαράλαμπος Μπούσιας«Ο Φουστανελλάς άγιος Γεώργιος, ο Νεομάρτυς»:
http://eiskopanous.blogspot.gr/2015/01/17.html

Κ. Π. Βλάχος«Ξημερώματα Δευτέρας 17 Ιανουαρίου 1838...»:

«Ενθύμησις, από το 1838…»:


«Οι Νεομάρτυρες…»



«Οι Νεομάρτυρες ήθελαν να απελευθερώσουν τους ανθρώπους από τον φόβο, γιατί ήξεραν ότι όταν ο άνθρωπος απελευθερώνεται πνευματικά από τον φόβο, με την αγάπη προς τον Θεό, τότε ακολουθεί και η κατά κόσμον ελευθερία σε όλα τα πράγματα. Πρέπει πρώτα να έρθει η εσωτερική ελευθερία στον άνθρωπο. Σήμερα υπάρχει μια υποδούλωση στο κοσμικό φρόνημα, υπάρχει μια νεοειδωλολατρεία η οποία κάνει δέσμιο τον άνθρωπο εσωτερικά και αρχίζουν μετά οι διαστροφές, τα πάθη και όλα αυτά, τα οποία ζούμε στην εποχή μας και προσπαθούν να μας παρασύρουν με κάθε τρόπο στον βόρβορο και τον πνευματικό θάνατο για να είμαστε πάντοτε υποχείρια ισχυρών παραγόντων που θα μας εκμεταλλεύονται σε όλα τα επίπεδα της ζωής.

Αν θέλουμε να έχουμε ευημερία πνευματική, αν θέλουμε να έχουμε ελευθερία κατά κόσμον πραγματική, αν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι άνθρωποι, με ήθος, με αρχές, με ρίζες ασάλευτες, τότε πρέπει να προσεγγίσουμε τον Χριστό, πρέπει να αντλήσουμε από το παράδειγμα των αγίων και ιδιαίτερα των μαρτύρων, πρέπει να επιστρέψουμε στην πίστη μας, στην αγιαστική μας παράδοση για να γίνουμε βράχοι πνευματικότητος, ώστε να μη μπορεί κανείς να μας μετακινήσει από τις αρχές, τη θέση μας, την ελευθερία μας και την πνευματική και την κατά κόσμον».

Απόσπασμα από το χθεσινό κήρυγμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ιωαννίνων κ. κ. Μαξίμου στο Αγρίνιο, κατά τη μεταφορά αποτμήματος ιερού λειψάνου του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου στην πόλη του Αγρινίου.


Κτητορικό Μνημόσυνο



Μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των αειμνήστων κτητόρων, ευεργετών και δωρητών του Αγίου Νικολάου «εις Κοπάνους» θα τελεσθεί την ερχόμενη Πέμπτη 18 Ιανουαρίου, στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, επί τη μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών Αθανασίου του Μεγάλου.

Φωτοθήκη Αγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου, «του εν Ιωαννίνοις αθλήσαντος»









Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

«Μεγαλοπρέπεια versus Απλότητα, ή Προβληματισμός ενός αρχαρίου χριστιανού»



Γράφει ο Επίσκοπος Πατάρων Ιωσήφ

Ένα παράξενο συναίσθημα στη ψυχή, αλλά ένας ρίγος στην σπονδυλική μου στήλη δημιουργείται, όταν ακούω ότι «με τη δέουσα (βυζαντινή, στις περισσότερες περιπτώσεις) μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα» εορτάστηκε η τάδε Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή ή χειροτονία ή πανήγυρις.

Και αναρωτιέμαι, ίσως με μια υψηλή δόση ρομαντισμού2 και αφέλειας: τί σχέση έχει αυτή, ειδικά αυτή, η «μεγαλοπρέπεια», «λαμπρότητα», «επιβλητικότητα» και «θάμβος» με το Θεό;

Η ορθή μας πίστη μάς επιβάλλει κάτι τέτοιο; Η μακραίωνή μας παράδοση μας κελεύει τέτοια συνήθεια; Τι σημαίνει αυτό το φαινόμενο; Πως ερμηνεύεται;

Πως εναρμονίζονται, λοιπόν, η βυζαντινή μας μεγαλοπρέπεια, όπως κατανοείται και πράττεται σήμερα στην Εκκλησία, με την πραγματικότητα της γέννησης του Χριστού; ή με την βάφτιση; ή με την ίδια την Ανάσταση;

Σε όλα αυτά τα γεγονότα ο Χριστός φαίνεται γυμνός -κυριολεκτικά γυμνός, γυμνός, παρακαλύπτων κάθε δόξα.

Ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να γυμνωθούμε τελείως από την μακραίωνή μας πολιτιστική και «θρησκευτική»3 παράδοση, από την ιστορική ροή της Εκκλησίας ως γήινο – θεανθρώπινο- οργανισμό.

Αλλά, πως εναρμονίζονται αμφότερες οι πραγματικότητες; Η απόλυτη του Χριστού και η σχετική η δική μας; Πού βρίσκεται το μέτρο; Μέχρι πού η μίμηση; Μέχρι πού η διαφοροποίηση;

Αυτοί οι προβληματισμοί φαίνεται να είναι ενός αρχαρίου, ή τουλάχιστον ερασιτέχνη!

Ε, μα αυτό είμαι και εγώ. Μάλιστα, πολύ αρχάριος.

Μου φαίνεται ότι πολλές φορές η «μεγαλοπρέπεια» εναντιώνεται στην «αξιοπρέπεια»· ότι η αίσθηση του μέτρου χάθηκε εντελώς· ότι η επίδειξη γίνεται ύβρις και η λεγομένη λαμπρότητα, σκοτισμός.

Η Εκκλησία είναι διαχρονική, εμείς, όμως, έχουμε καταντήσει αναχρονικοί.

Αλλά ακριβώς για αυτό το λόγο υπάρχει η Εκκλησία, για να διατηρείται επίκαιρος ο Θεός, η ουσία δηλαδή, όχι τα μέσα.

Τα μέσα, για να είναι η ουσία πάντα και τοῖς πᾶσι επίκαιρη και διαχρονική, πρέπει να είναι ευέλικτα.

Όμως, τα μέσα απορρέουν από τη σχέση με την ουσία, πάντα αμετάκλητη, σταθερή, εφόσον είναι άκτιστη. Αυτά τα μέσα, λοιπόν, δεν είναι ανεξάρτητα, μια και δεν εννοούνται χωρίς την ουσία: ούτως, καταντάνε ανούσια!

Άρα, (πρέπει να) υπάρχει αλληλουχία, ειρμός, συνοχή.

Ποιός, λοιπόν, ο φόβος; Αλλιώτικα, πως εξηγούνται οι ανά τους αιώνες εξελίξεις στη ζωή του σώματος, στη τελετουργία της Εκκλησίας, ή στις διάφορες παραδόσεις αναφορικά με τη ζωή των χριστιανών, των ιερωμένων, των μοναχών; Διότι υπάρχει εξέλιξη. Ένθεν και ένθεν.

Εξέλιξη κατά φύσιν και παρά φύσιν. Και μετά φύσιν, μάλιστα. Ως θεανθρώπινος οργανισμός, ως δημιουργία Θεού, η Εκκλησία είναι κατά την ιστορική ροή των μελών της μεταβλητή.

Το μόνο αδιάβλητο και ακέραιο παραμένει η ουσία, δηλαδή η άκτιστη ενέργεια του Θεού, δηλαδή ο Θεός που αποκαλύπτεται και δίδεται δωρεάν τοῖς πᾶσι.

Το πρόβλημα προκύπτει, όταν ανατρέπονται αυτά τα βασικά κριτήρια και τα μέσα γίνονται η ουσία και η ουσία το μέσον.


Περιττό να πω ότι η ουσία, ο Θεός, είναι και αρχή, και μέσον και τέλος μέσα στην Εκκλησία: «Σὺ γὰρ εἶ ὁ προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν…».

Αλλά δεν εννοούσα αυτό. Εννοώ όταν διαστρέφεται η φυσιολογική λειτουργία των ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πραγμάτων, όταν φθείρεται και η (οντολογική) ιεράρχηση αρχών και προτεραιοτήτων στην Εκκλησία και, τέλος, όταν η Εκκλησία γίνεται αυτό- αναφορική.

Τότε ανατρέπονται τα πάντα. Τα άνω κάτω και τα κάτω άνω.

Όχι δημιουργικά, όπως πράττει ο Θεός, αλλά καταστροφικά, όπως πράττει ο Αντίχριστος.

Τότε η Εκκλησία, που είναι το μέγιστο και κατεξοχήν μέσο, γίνεται σκοπός.

Τότε παύει να ενεργείται η χάρη: «καὶ εἶπε· πορεύθητι καὶ εἰπὸν τῷ λαῷ τούτῳ· κοῇ κούσετε καὶ οὐ μὴ συνῆτε καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε4».

Τότε παύει και η Εκκλησία να λειτουργεί ως Εκκλησία και, φυσικά, να είναι Εκκλησία.

Τι γίνεται άρα; Μια θρησκευτική οντότητα· μια ΜΚΟ· μια φιλανθρωπική οργάνωση· μια εταιρία· τότε αρχίζει η μετάδοση, όχι της ουσίας, αλλά της πλάνης.

Τότε η λαμπρότητα και η μεγαλοπρέπεια είναι ανάγκη, επιβάλλονται εξάπαντος· τότε η λειτουργική πράξη γίνεται κωμωδία· ο θείος λόγος, φθηνή δημηγορία· η ηθική, ανούσια δεοντολογία· η φιλανθρωπία, άριστη business· η διοίκηση, management· η Σύνοδος, διευθύνον συμβούλιο· η εκκλησιολογία, οδηγός δημόσιων σχέσεων· οι επίσκοποι, διαχειριστές· οι ιερείς, πιόνια· ο πιστός λαός, πελατεία· το δόγμα, μύθος· η πίστη, τρέλα· το Ευαγγέλιο, προϊόν προς πώληση· ο Θεός… ο Θεός;

Ο Θεός δεν έχει θέση σε αυτό το μοντέλο. Δεν μεταβάλλεται ο Θεός, από κανένα· είναι αυτό που είναι, και μεταδίδεται, όπως είναι, ή παραμένει ακοινώνητος. Αναστέλλει τη χάρη και αναμένει.

Όταν διασαλεύεται η οντολογική τάξη και συνεπώς η λειτουργία της Εκκλησίας ένδοθεν, τότε δημιουργείται η ύβρις προς το Θεό.

Είναι μια βόμβα που αναμένει να σκάσει κάποια στιγμή. Σκάει, όμως, και σιγά σιγά.

Ισορροπεί τα πράγματα η χάρη, «ἡ πάντοτε τὰ  σθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ναπληροῦσα”.

Μάλιστα, τα ημέτερα ασθενή και ελλείποντα, αλλά όχι την ημετέρα ύβρις!

Για να ενεργείται η χάρη πρέπει να μεταδίδουμε χάρη, και όχι άλλο πράγμα.

Για να μεταδίδουμε χάρη, πρέπει να σεβόμαστε την «εκκλησιαστική νομοτέλεια»: Ἱεραρχία.

Αυτή αρχίζει από το Χριστό και καταλήγει σε Αυτόν. Exitus. Reditus. Δεν μας χρειάζεται ο Θεός. Ούτε την Εκκλησία χρειάζεται.

Όλοι είμαστε προϊόντα της άμετρής του αγάπης και φιλανθρωπίας. Προϊόντα της ελεύθερής του θέλησης. Είμαστε δώρα. Και η Εκκλησία και εμείς.


Η Εκκλησία είναι μυστήριο και τότε για τους απίστους ένα μεγάλο πρόβλημα και ερωτηματικό.

Για μας, όμως, είναι το φυσικό μας περιβάλλον. Τα πάντα είναι Εκκλησία, διότι ο Δημιουργός και Προνοητής της είναι ὁ πανταχοῦ παρών καὶ τὰ πάντα πληρῶν.

Και τότε είναι και το φυσικό Του περιβάλλον ad extra. Συνυπάρχουμε σε αυτό το χώρο, Θεός και άνθρωποι· αμαρτωλοί και άγιοι: όλοι αναφερόμαστε στην Αρχή, χωρίς διάκριση, αλλά ο καθένας ως μοναδικό θεοειδές ον. Η Εκκλησία είναι ο πολυδιάστατος και φυσιολογικός χωροχρόνος των (υπέρ-) φυσικών θαυμάτων, όπου ο Θεός δεν καταργεί της φύσεως τους νόμους, αλλά τους τελειοποιεί δημιουργικά, και ούτως ως μεγαλοπρεπής και προαιώνιος Δημιουργός των απάντων τολμά και ευδοκεί να γεννάται ως ένα φτωχό μωρό σε μια κωμόπολη της Μέσης Ανατολής, ή να ζει και να δρα ως απλός άνθρωπος, ή να διδάσκεται από τους «ηγουμένους στην πίστη», ή να κλαίει για ένα φίλο πεθαμένο, ή να παραστεί σε ένα γάμο με τη μάννα του, ή να οργίζεται όταν βλέπει την ανομία μέσα στον Ναό του Πατέρα του, ή να ομιλεί με την ξένη Σαμαρείτιδα, ή να καλεί το Ματθαίο ή τον Ζακχαίο, ή να συγχωρέσει την πόρνη, ή να δικαστεί ταπεινά απέναντι στο Συνέδριο ή, τέλος, να δέχεται το εκούσιο πάθος και το θάνατον.

Όλα για μας. Ελεύθερα. Αυτή την επαναστατική ανατροπή προκαλεί ο Χριστός, ο κατεξοχήν πολιτικά λανθασμένος!

Και για αυτό μέχρι σήμερα, πιστοί και άπιστοι τον μνημονεύουν, άλλοι με πίστη, άλλοι με θαυμασμό, άλλοι με απορία. Πρόκειται για την ανατροπή της αγάπης. Της ανιδιοτελούς αγάπης.

Αυτό είναι η Εκκλησία: χώρος επαναστάσεως, ανατροπής και απελευθέρωσης: της αμαρτίας· της αποτυχίας· του κάθε ανθρώπινου ορίου· πάντων των προκαταλήψεων· πάντων των διακρίσεων·

Η Εκκλησία είναι εδώ και σήμερα –και όσο υπάρχει- η διαχρονική κλήση προς πάντες τους ανθρώπους να ταυτισθούν με το Δημιουργό: Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν5.

Πιστεύουμε αυτό και το ζούμε. Μεταδίδουμε με τη χάρη του Θεού τη ζωντανή εμπειρία, με ό,τι μέσο έχουμε στη διάθεσή μας και μας παραχωρεί ο Θεός: «Ὃ ἦν απ’  αρχῆς, ὃ  ακηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς...»6

Η αποστολή αυτή είναι κάτι το επείγον. Δεν μπορεί να περιμένει αύριο.

Άλλωστε, ξεχειλίζει φυσικά από την ψυχή και το στόμα του πιστού, απορρέει πλουσιοπάροχα και μεταδίδεται ελεύθερα στους πάντες: η καλή και χαρούμενη είδηση! Εὐαγγέλιον.

Αλλά η Εκκλησία είναι και χώρος πόνου. Θα έλεγα, ότι όλη η κακία και διαστροφή των ανθρώπων εισέρχεται και μεταβάλλεται σε αυτό το οντολογικό χωνευτήρι.


Η Εκκλησία είναι ο έσχατος καταλύτης της ανθρώπινης αδυναμίας, που εκφράζεται στην αποτυχία, την αμαρτία, την άρνηση, το μίσος.

Η Εκκλησία τα λαμβάνει όλα, τα δέχεται όλα και τα μεταμορφώνει· θα έλεγα ότι όλη αυτή η αρνητική ενέργεια έλκεται από την Εκκλησία, καθοδηγείται και περατώνεται σε αυτήν, σε μια διαχρονική στιγμή που γίνεται -εδώ και τώρα- σε κάθε θεία λειτουργία.

Αυτός ο Χριστός γυμνός, ματωμένος, ετοιμοθάνατος πάνω στο σταυρό μάς εγγυάται ότι χύνει το αίμα Του για κάθε πονεμένο, ότι Εκείνος πήρε όλο τον πόνο των ανθρώπων και τον αγίασε και τον μετέτρεψε σε ευκαιρία ζωής και μετά-ζωής.

Αυτόν το Χριστό μεταδίδουμε μέσα στην Εκκλησία: σταυρωμένος, αδύναμος, αδύνατος, πονεμένος, έσχατος. Εκεί κρύβεται η δόξα Του. Εκεί δικαιολογείται.

Εκεί επιτελείται: κένωσις! Ιδού ο γόνος της ανάστασης και της δόξης: ο πόνος, η περιθωριοποίηση, η φτώχεια, η αδυναμία. Και αυτό δεν είναι αντιλογία ή αντίφαση: είναι παράδοξο.

Και η Εκκλησία είναι ο κατεξοχήν χωροχρόνος του παραδόξου! Αυτή η εικόνα του Θεανθρώπου πάνω στον σταυρό ουδεμία λαμπρότητα δείχνει, ή αίγλη. Είναι σκάνδαλο!

Ο Θεός σταυρωμένος; Ο Θεός άνθρωπος; Τρέλα! Αυτόν το Θεόν κηρύττει η Εκκλησία: σταυρωμένο και αναστημένο!

Μια πραγματικότητα που είναι πρόκληση για τη λογική των ανθρώπων όλων των εποχών· ένα Ευαγγέλιο που είναι πρόκληση για το σύστημα αξιών, ιδιαίτερα της σύγχρονης κοινωνίας: κηρύττουμε, λοιπόν, το παράδοξο! Για άλλους παράλογο, αντιφατικό και ψυχοπαθητικό. Πως να μας πιστέψουν;

Το κήρυγμα είναι ζωή. Δυναμική μετάδοση της ζωής. Πρώτα γευόμαστε το Θεόν, μετά τον κηρύττουμε. Υπάρχει και ιεραρχία στην εκκλησιαστική πράξη: ἐν πράξει οντολογία: ορθοπραξία.

Άλλωστε, ούτως έπραξαν οι Απόστολοι και Πατέρες. Αυτή είναι η θεολογική τους μεθοδολογία.

Εάν δεν υπάρχει εμπειρία δεν υπάρχει κήρυγμα. Ούτε (ανά-) μετάδοση της εμπειρίας.

Και φυσικά, ούτε θεολογία. Εάν η Παρακαταθήκη δεν ελήφθη, τότε δεν δύναται να υπάρχει συνέχεια.

Η δανεισμένη εμπειρία από τους θεοφόρους είναι και αυτή μέσον για να λάβω την Παρακαταθήκη, όχι ο έσχατος σκοπός.

Αυτό λέγεται Παράδοση. Αλλά η Παράδοση, όπως η Αγία Γραφή, τα Πατερικά, η λειτουργική πράξη, η ηθική, κτλ., δεν είναι ο καθαυτός σκοπός, αλλά οι μαρτυρίες, οι αποδείξεις ότι η κοινότητα, το σύνολο, η σύναξη, ο λαός του Θεού πορεύεται σωστά και φτάνει στον προορισμό του.

Μετά γίνεται άριστος κύκλος. Και όταν νομίζουμε ότι φθάσαμε, τότε αποδεικνύεται ότι ακόμα δεν ξεκινήσαμε καν το δρόμο. Το παράδοξο πάλι!

Αυτή είναι η Εκκλησία. Μια οδός χωρίς τέλος. Άβυσσος άπειρος. Βουτάμε στο κενό και πέφτουμε, ατελείωτα πέφτουμε. Πέφτουμε στον εαυτό μας. Στον Εαυτό Του. Και ας γίνω αντί-φατικός. Μάλλον αποφατικός.

Η Εκκλησία είναι η κατεξοχήν πραγμάτωση της θείας απλότητας στο επίπεδο της σχετικότητας της δημιουργίας: Deus semplicitas est7.

Το απλό ταυτίζεται, ή τουλάχιστον σχετίζεται, με το τέλειο. Το τέλειο με το Θεό. Και η απλότητα είναι μέσον και απόδειξη ότι λάβαμε και τελούμε την Παρακαταθήκη και ότι, επιτέλους, καταλάβαμε και κάναμε σάρκα την «επιθυμία» του μόνου Δεσπότου: Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν8!


1. Αναφέρομαι ειδικά σε μένα.
2. Αλλά δεν ντρέπομαι. Πρόσφατα άκουσα από ένα Γέροντα μοναχό (ορθοδοξότατος, μάλιστα) ότι ο χριστιανός δεν δύναται να μην είναι εμπαθής και ρομαντικός. Και ο πρώην Ρώμης Βενέδικτος (ελπίζω να πιάσει το παράδειγμα) έλεγε ότι δυσπιστούσε τους θεολόγους που είναι καλλιτεχνικά αναίσθητοι!!!
3. Εδώ μάλιστα ντρέπομαι για τη χρήση της έννοιας θρησκείας σε σχέση με την Ορθοδοξία: lapsus linguae!!!
4. Ησ. 6:9.
5. Ματθ. 5: 48.
6. Α ́ Ιω. 1:1.
7. Ioanni Duns Scoti, Reportario I-A, q.4, 99: “Quia Augustinus dicit II de Civitate Dei cap.10,
quod simplicitas in Deo est ex hoc quod Deus est quidquid habet, ideo quaero utrum simplicitas divina in hoc consistit”.
8. Ωσ. 6:6; Μιχ. 6:8; Ματθ. 12:7; Μάρκ. 2:17; Λουκ. 5:32; Λουκ. 19:10; 1Τιμ. 1:15;

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Κυριακή μετά τα Φώτα



Τὴν Κυριακὴ πρὶν τὰ Φῶτα τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιὰ τὴ μετάνοια ὡς ἔργο τοῦ Προφήτη· σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα, μᾶς ἀποκαλύπτει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὸ πόσο μεγάλο καὶ σημαντικὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας εἶναι τὸ θέμα τῆς μετάνοιας, ἐνῶ παράλληλα δείχνει καὶ τὸ πόσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, - οὐσιαστικὰ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ Θεό -, ὅταν τὴν ἀντιμετωπίζουμε εἴτε ψυχολογικὰ ὡς μεταμέλεια, εἴτε νομικίστικα ὡς ἄφεση. Ἡ ἄμεση σύνδεσή της μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου φωτίζει «τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», εἶναι ἀκριβῶς τὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς ποὺ ἀνατέλει μέσα στὴ σκοτεινὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐπιστρέφει στὸ Θεό. Ἡ ἐπιστροφὴ εἶναι ποὺ φέρνει τὴ μετάνοια, ἄν δὲν λάμψει τὸ φῶς μέσα σου δὲν μετανοιώνεις ποτὲ, παρὰ μόνο προσθέτεις στὴν ψυχή σου καὶ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν ἐνοχῶν. Μονάχα ὅταν πλησιάσεις τὸ φῶς μπορεῖς νὰ δεῖς καθαρά, τότε διαλύονται τὰ σκοτάδια μέσα σου καὶ γνωρίζεις τὸν ἑαυτό σου.


Ἡ σύνδεση τῆς μετάνοιας μὲ τὴ Βάπτιση τοῦ Κυρίου καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ Βάπτισή Του, μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν πραγματικὴ φύση καὶ τὸ νόημα τῆς μετάνοιας. Ἡ Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν ἦταν συμβολική, ἀλλὰ πραγματική! «Οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ. Μετάνοια λοιπὸν εἶναι νὰ ζεῖς τὴ ζωὴ τῆς Βαπτίσεως. Πρῶτα ὡς ἀποταγὴ τοῦ Σατανᾶ, τῶν ἔργων του, τῆς λατρείας καὶ τῶν ἀγγέλων του κι ἔπειτα ὡς σύνταξη μὲ τὸ Χριστό!. Ἡ κολυμβήθρα, ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ὁ τάφος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, μὰ ταυτόχρονα καὶ ἡ Ἀνάσταση τῆς ζωῆς. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ λευκὸ ἔνδυμα τῆς βαπτίσεως, εἶναι ὅ,τι βάζει ὁ ἄνθρωπος στὸ μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Μετάνοια εἶναι ν᾽ ἀφήσεις τὴ χώρα καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ νὰ ἐπιλέξεις νὰ ζεῖς στὸ Φῶς, ποὺ μᾶς φανερώθηκε. Κι εἶναι ἀληθινὴ ὅταν ἀναφέρεται στὸ Θεό, ὅταν δὲν μετανοιώνεις γιὰ νὰ εἶσαι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ νὰ εἶσαι κοντά στὸ Θεό!